Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Όταν η εμμονή αντικαθιστά την επιλογή ~ Το ψυχολογικό αποτύπωμα ενός ανεξιχνίαστου φόνου

 Γράφει η Λιλά Κακαλέτρη : 

“ Όταν η εμμονή αντικαθιστά την επιλογή ~ Το ψυχολογικό αποτύπωμα ενός ανεξιχνίαστου φόνου. “



Η δολοφονία της 21χρονης φοιτήτριας Ιατρικής Εύης Γατίδου, τον Σεπτέμβριο του 1997 στη Λάρισα, αποτελεί ένα από τα πιο βίαια και ταυτόχρονα πιο σιωπηλά εγκλήματα της σύγχρονης ελληνικής εγκληματολογικής ιστορίας. Ένα έγκλημα ακραίας βίας 104 μαχαιριές χωρίς ενδείξεις ληστείας, χωρίς ίχνη διάρρηξης, χωρίς μεταγενέστερη εγκληματική συνέχεια που να οδηγεί σε ταυτοποίηση δράστη. Και όμως, παρά τη βιαιότητα και την καθαρότητα της σκηνής, η υπόθεση παραμένει άλυτη.

Η σκηνή δεν παραπέμπει σε ευκαιριακό έγκλημα ούτε σε πράξη πανικού. Αντιθέτως, αποτυπώνει συμπεριφορά. Κάθε επιλογή από την πρόσβαση στον χώρο έως τον τρόπο και την κλιμάκωση της επίθεσης συνιστά δήλωση πρόθεσης, συναισθήματος και ψυχολογικής δυναμικής. Το έγκλημα δεν λειτουργεί εδώ ως γεγονός, αλλά ως μήνυμα.

Στην εγκληματολογική φιλοσοφία του FBI Behavioral Analysis Unit, η σκηνή του εγκλήματος δεν αποτελεί το τέλος της έρευνας. Είναι η αρχή. Το πραγματικό έγκλημα δεν βρίσκεται μόνο στο τι συνέβη αλλά στο ποιος έφτασε στο σημείο να το διαπράξει. Εκεί ακριβώς ξεκινά η συμπεριφορική ανάλυση.


Η Σκηνή του Εγκλήματος ως Αντανάκλαση Προσωπικότητας

Για το FBI, η σκηνή του εγκλήματος λειτουργεί σαν ένα συμπεριφορικό αποτύπωμα. Κάθε επιλογή του δράστη τι άγγιξε, τι άφησε, πόσο έμεινε, πώς έφυγε αποτελεί αντανάκλαση της εσωτερικής του δομής.

Σε εγκλήματα όπου παρατηρείται υπερβολική και παρατεταμένη βία, η ανάλυση μετατοπίζεται από το modus operandi (ο τρόπος λειτουργίας )στο signature behavior. Η signature (υπογραφή) δεν εξυπηρετεί πρακτικές ανάγκες. Εξυπηρετεί ψυχολογικές. Είναι το σημείο όπου ο δράστης “γράφει” τον εαυτό του πάνω στο έγκλημα.

«Η στιγμή που η βία παύει να είναι αναγκαία, είναι η στιγμή που αρχίζει η εξομολόγηση» .


Overkill: Όχι Έκρηξη Θυμού αλλά Κατάρρευση Ταυτότητας

Στη κοινωνική αντίληψη το overkill ερμηνεύεται ως θυμός ή μανία. Στην επιστημονική εγκληματολογία, όμως το overkill ερμηνεύεται ως αδυναμία ψυχολογικού τερματισμού. Ο δράστης δεν σταματά όταν το θύμα πεθαίνει, γιατί ο θάνατος δεν είναι το ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι να ολοκληρωθεί μια εσωτερική διαδικασία.

 Όταν η βία συνεχίζεται μετά την επίτευξη του “στόχου”, τότε το έγκλημα παύει να είναι λειτουργικό και γίνεται συμβολικό. Το θύμα μετατρέπεται σε φορέα ενός εσωτερικού αφηγήματος απόρριψης, απώλειας ελέγχου και κατάρρευσης αυτοεικόνας.

«Ο δράστης δεν προσπαθεί να σκοτώσει ξανά. Προσπαθεί να σιγήσει κάτι μέσα του.»


Το Ψυχολογικό Προφίλ: Οργανωμένος αλλά Συναισθηματικά Απορρυθμισμένος Δράστης

Η ανάλυση τέτοιων εγκλημάτων οδηγεί συνήθως σε έναν οργανωμένο δράστη χωρίς ψυχωτικά στοιχεία. Πρόκειται για άτομο λειτουργικό στην καθημερινότητα, ικανό να σχεδιάσει, να αποκρύψει και να επανενταχθεί. Όμως, σε συναισθηματικό επίπεδο, παρουσιάζει χαμηλή ανθεκτικότητα στην απόρριψη και έντονη ανάγκη ελέγχου.

 Όταν η ταυτότητα απειλείται και δεν υπάρχει μηχανισμός αναδόμησης η βία εμφανίζεται ως λύση.

«Δεν ήταν πράξη δύναμης. Ήταν πράξη απελπισίας με μορφή ελέγχου.»


Η Σχέση Δράστη – Θύματος 

 Τα περισσότερα εγκλήματα overkill προκύπτουν από συναισθηματικά ασύμμετρες σχέσεις. Ο ένας επενδύει περισσότερο, προσδοκά περισσότερο και σαν αποτέλεσμα εξαρτάται περισσότερο. Όταν αυτή η ισορροπία σπάει, η απώλεια βιώνεται όχι ως τέλος σχέσης αλλά ως απώλεια ταυτότητας.

Αυτός είναι και ο λόγος που τέτοια εγκλήματα συχνά δεν επαναλαμβάνονται. Δεν αποτελούν ‘’εγκληματική καριέρα’’. Αποτελούν κορύφωση.

«Όταν το έγκλημα δεν επαναλαμβάνεται, σημαίνει ότι ήταν το τέλος μιας εσωτερικής ιστορίας.»


Γιατί Κάποιες Υποθέσεις Παραμένουν Ανεξιχνίαστες

Οι ανεξιχνίαστες υποθέσεις αυτού του τύπου δεν “κολλάνε” στα στοιχεία αλλά στην ερμηνεία και στην έλλειψη DNA ή DNA που δεν ταυτοποιείται . Συχνά το overkill υποτιμάται, η συναισθηματική δυναμική παραβλέπεται, η έρευνα επικεντρώνεται στο ποιος είχε ευκαιρία και όχι στο ποιος είχε ψυχολογικό κίνητρο.

Το FBI δίνει έμφαση όχι στην ευκαιρία αλλά στην ανάγκη.

«Η ευκαιρία εξηγεί πώς. Η ανάγκη εξηγεί γιατί.»


ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΩΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ

Συμπεριφορική Ανάλυση της Πράξης

Η ανάγκη είναι πάντα πιο επικίνδυνη από το κίνητρο.

Το κίνητρο είναι λογικό. Μπορείς να το συζητήσεις.

Η ανάγκη όμως είναι υπαρξιακή και όταν απειλείται δεν διαπραγματεύεται.

Οι 104 μαχαιριές δεν είναι αποτέλεσμα απόφασης. Είναι το σημείο όπου ο έλεγχος κατέρρευσε ολοκληρωτικά. Δεν βλέπουμε έναν άνθρωπο που αποφάσισε να σκοτώσει. Βλέπουμε έναν άνθρωπο που δεν άντεξε να χάσει αυτό που πίστευε ότι του ανήκε δηλαδή την αφήγηση που είχε πλάσει για τον εαυτό του. Οι μαχαιριές στην καρδιά δεν είναι τεχνική. Είναι μήνυμα. H καρδιά συμβολίζει δεσμό, συναίσθημα και σχέση. Τα επαναλαμβανόμενα χτυπήματα λειτουργούν σαν τιμωρία. Δεν προσπαθεί απλώς να σκοτώσει. Προσπαθεί να καταστρέψει αυτό που πιστεύει ότι τον πρόδωσε.

«Δεν επιτέθηκε στο σώμα της.

Επιτέθηκε σε αυτό που αντιπροσώπευε.»


«Η υπερβολική βία δεν έχει σχέση με τον θάνατο.

Έχει σχέση με την εκτόνωση.»

Στο FBI, το έγκλημα δεν είναι γεγονός. Είναι συμπεριφορά. Και η συμπεριφορά είναι πάντα συνεπής με την εσωτερική ιστορία του δράστη. Η σκηνή δεν μας λέει απλώς τι έγινε μας λέει ποιος ήταν εκείνος τη στιγμή που δεν μπορούσε πια να συγκρατήσει τον εαυτό του. Η υπερβολική βία δηλώνει συναισθηματική υπερφόρτωση. Τα επαναλαμβανόμενα χτυπήματα στην καρδιά δείχνουν συμβολικό στόχο. Η απουσία ληστείας ξεκαθαρίζει ότι το αντικείμενο δεν ήταν η περιουσία. Ο προσωπικός χώρος δηλώνει πρόσβαση, αποδοχή ή ψευδαίσθηση οικειότητας. Και το γυμνό άνω μέρος του σώματος δεν είναι τυχαίο είναι πράξη ελέγχου, έκθεσης και ταπείνωσης του θύματος .

Ο όρος «έγκλημα πάθους» χρησιμοποιείται συχνά για να απαλύνει κάτι που είναι στην πραγματικότητα πολύ πιο επικίνδυνο. Ένα αληθινό έγκλημα πάθους είναι στιγμιαίο. Είναι σύντομο. Σταματά όταν ο δράστης συνειδητοποιεί τι έκανε. Εδώ, η βία δεν σταμάτησε. Κλιμακώθηκε. Κάθε χτύπημα αύξανε την ένταση αντί να τη μειώνει.

«Το πάθος σβήνει. Η εμμονή κλιμακώνεται.»

Η ιστορία δεν ξεκινά στη σκηνή. Ξεκινά πολύ νωρίτερα, σε μια εσωτερική αφήγηση που ο δράστης επαναλαμβάνει μέχρι να γίνει αλήθεια. Εκεί δεν είναι ο κακός. Είναι ο αδικημένος. Δεν σκέφτεται να καταστρέψει σκέφτεται να διορθώσει. Να επαναφέρει μια ισορροπία που στο μυαλό του, του αφαιρέθηκε άδικα.

«Η βία ξεκινά ως μια ιδιωτική ιστορία που ο δράστης αφηγείται στον εαυτό του.»

Όταν έρχεται η στιγμή της επαφής, η φαντασίωση συγκρούεται με την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα αρνείται να υπακούσει. Το θύμα δεν παίζει τον ρόλο που της έχει ανατεθεί στο σενάριο. Δεν επιβεβαιώνει την αξία του. Εκεί η οργή δεν γεννιέται από μίσος αλλά από απώλεια ελέγχου.

«Ήρθε με σχέδιο ελέγχου

και έφυγε με τις συνέπειες της απώλειάς του.»

Το behavioral προφίλ που προκύπτει είναι ξεκάθαρο. Άνδρας, πιθανότατα μεγαλύτερος από το θύμα, με ιστορικό απόρριψης, συναισθηματική εξάρτηση και ανάγκη ελέγχου αντί για αμοιβαιότητα. Δεν αντέχει την αυτονομία του άλλου. Και πριν από τη βία, έχει ήδη περάσει το πιο επικίνδυνο σημείο, έχει πείσει τον εαυτό του ότι έχει δίκιο.

«Η ηθική δικαιολόγηση είναι το τελευταίο εμπόδιο πριν τη βία.»

Αυτό που μας διαφεύγει συστηματικά σε τέτοιες υποθέσεις είναι ότι το έγκλημα δεν ξεκινά τη μέρα που συμβαίνει. Ξεκινά με σκέψεις. Με σιωπές. Με μικρές παραβιάσεις ορίων που δεν αντιμετωπίζονται έγκαιρα. Η απουσία αντίστασης από την πλευρά του θύματος δεν δείχνει αδυναμία δείχνει αιφνιδιασμό από κάποιον που δεν φοβόταν. Και αυτό, από μόνο του, συρρικνώνει τον κύκλο των υπόπτων δραματικά.

Τα πειστήρια λένε τι έγινε. Η συμπεριφορά λέει το γιατί. Και όταν το «γιατί» αγνοείται, οι υποθέσεις παγώνουν, ενώ οι δράστες εξελίσσονται.

«Τα εύθραυστα εγώ δεν λυγίζουν.

Σπάνε προς τα έξω.»

Αν αυτή η υπόθεση άνοιγε σήμερα, η ανάλυση θα ξεκινούσε πριν από τη σκηνή του εγκλήματος . Από τη σιωπή. Από τον άνθρωπο που δεν άντεχε την αυτονομία της. Από εκείνον που μπέρδεψε την παρουσία με το δικαίωμα. Αυτό περιγράφει έναν τύπο δράστη που δεν βλέπει το θύμα ως ανεξάρτητο άτομο, αλλά ως αντικείμενο που του « ανήκει» ή που «πρέπει να λειτουργεί σύμφωνα με τις επιθυμίες του».

Η παρουσία του θύματος η φυσική, κοινωνική ή συναισθηματική του ύπαρξη παρερμηνεύεται ως υποχρέωση υπακοής ή αναγνώρισης.

Δεν πρόκειται για απλή ζήλια ή θυμό πρόκειται για παραμορφωμένη αίσθηση δικαιώματος που προκύπτει από προσωπικές ανασφάλειες, εμμονές ή ανάγκη ελέγχου.

Στην ανάλυση του προφίλ τέτοιος δράστης συχνά αδυνατεί να δει τον άλλο ως ανεξάρτητο υποκείμενο και κάθε άρνηση ή αυτονομία του θύματος γίνεται απειλή.

Στην ουσία η φυσική παρουσία του θύματος δεν είναι πρόβλημα, αλλά η αντίληψη του δράστη ότι η παρουσία αυτή συνεπάγεται υποχρέωση προς εκείνον.

«Η εμμονή και η προσκόλληση δεν εξαφανίζονται ωριμάζουν.»

«Ο χρόνος δεν ψύχει την εμμονή.

Την αφήνει να ζυμωθεί.»

Για να φτάσουμε στην σύλληψη και την τελική πράξη της δικαιοσύνης πρέπει να γίνει κατανοητή η διαδρομή του δράστη. Είναι η στιγμή που το χάος οργανώνεται σε νόημα. Σε αυτή την περίπτωση, το κλείσιμο δεν προκύπτει από την αναζήτηση ενός άγνωστου δράστη στο σκοτάδι, αλλά από την αναγνώριση μιας πορείας που εξελισσόταν σε κοινή θέα. Ο δράστης δεν εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά συγκροτήθηκε σταδιακά, μέσα από επαναλαμβανόμενες ανοχές, παρερμηνευμένη ευγένεια και όρια που δεν επανατοποθετήθηκαν όταν παραβιάστηκαν. Η συμπεριφορά του δεν ήταν τυχαία ούτε χαοτική. Ήταν συνεπής, προβλέψιμη και κλιμακούμενη.

Κάθε μικρή υπέρβαση που έμενε χωρίς διόρθωση, κάθε «όχι» που μεταφραζόταν ως διαπραγμάτευση, κάθε φαντασίωση με συναισθηματική επένδυση που δεν αμφισβητούνταν, συρρίκνωνε τον ψυχολογικό χώρο μέχρι να μην υπάρχει περιθώριο υποχώρησης. Όταν έφτασε στη σκηνή, δεν αναζητούσε διέξοδο ούτε λύση. Αναζητούσε επικύρωση. Την επιβεβαίωση ενός εσωτερικού αφηγήματος που είχε ήδη παγιωθεί. Και όταν η πραγματικότητα αρνήθηκε να συμμορφωθεί, ο μηχανισμός ελέγχου κατέρρευσε.

Το έγκλημα δεν αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης. Υπήρξε το σημείο χωρίς επιστροφή. Εκεί όπου η ανάγκη για κυριαρχία συνάντησε την αδυναμία διατήρησής της. Εκεί όπου η εμμονή, καλλιεργημένη στον χρόνο, βρήκε αντικείμενο για να εκτονωθεί όχι επειδή απουσίαζαν εναλλακτικές αλλά επειδή στο γνωστικό πλαίσιο του δράστη είχαν ήδη ακυρωθεί. Η λύση δεν βρίσκεται σε μια κατηγορία ή σε μια ταυτοποίηση, αλλά στην πλήρη κατανόηση της συμπεριφοράς. Κάθε ενέργεια, κάθε παραβίαση, κάθε μοτίβο είχε σημασία. Μόλις η έρευνα σταματήσει να την προσπερνά και αρχίσει να την αναλύει ως δομημένο μοτίβο, η υπόθεση παύει να είναι ένα ανεξιχνίαστο μυστήριο και μετατρέπεται σε λειτουργικό μάθημα για το πώς διαβάζουμε τη συμπεριφορά και τις ψυχολογικές ενδείξεις πριν η εμμονή εκφραστεί σε βία. Η αλήθεια δεν κρύφτηκε. Προσπεράστηκε.

Η απόδοση δικαιοσύνης σε αυτήν την υπόθεση δεν είναι μόνο διαδικαστική. Έρχεται μόλις κατανοηθεί πλήρως η πορεία, η ψυχολογική αλληλουχία και τα μοτίβα συμπεριφοράς του δράστη. Μόλις ερμηνευθεί το πώς και το γιατί, η τιμωρία αποκτά νόημα, η συμπεριφορά αποκτά κατανόηση και η υπόθεση αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο παρόμοιες συμπεριφορές μπορούν να αναγνωριστούν πριν εξελιχθούν σε βία.


«Κάθε ανεξιχνίαστη δολοφονία μας μαθαίνει κάτι άβολο:

η αλήθεια ήταν εκεί απλώς δεν ήμασταν έτοιμοι να τη δούμε…...»


Λίλα Κακαλέτρη Φιλόλογος με πιστοποιητικό στην Δικαστική ψυχολογία

Πηγή: Δημοτική Αγορά της Λακωνίας

2 σχόλια:

  1. Σε ευχαριστώ πολύ Γιάννη μου με χαροποιεί ιδιαιτέρως το γεγονός ότι τα μοιράζεσαι στο υπέροχο blog σου !!! Είναι τιμή μου !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τιμή μου Λίλα μου να προβάλλω τα εμπεριστατομένα , εύστοχα και καλογραμμένα κείμενα σου. Ανυπομονούμε για νέες εξερευνήσεις

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Γιατί ένα ανεξιχνίαστο έγκλημα είναι η απόλυτη πνευματική πρόκληση; - Η Γοητεία του λαβυρίνθου

Γράφει η Λ. Κακαλέτρη: Γιατί ένα ανεξιχνίαστο έγκλημα είναι η απόλυτη πνευματική πρόκληση; - Η Γοητεία του λαβυρίνθου   Τι είναι αυτό που μα...